Οι ταινίες μας

Ο Επιβάτης (The Commuter)
Ο Επιβάτης (The Commuter)   ΚΥΡΙΑΚΗ 21/1: 17.30 & 20.30 ΔΕΥΤΕΡΑ 22/1: 19.00 & 22.00 ΤΡΙΤΗ 23/1: 21.00   ΓΕΝΙΚΗ ΕΙΣΟΔΟΣ 6 ευρώ ΕΙΔΙΚH ΠΡΟΣΦΟΡA: ΔΕΥΤΕΡΑ ΣΤΙΣ 19.00 ΓΙΑ ΟΛΟΥΣ, ΕΡΧΟΝΤΑΙ ΔΥΟ - ΠΛΗΡΩΝΕΙ ΜΟΝΟ Ο ΕΝΑΣ!   Σκηνοθεσία: Ζομ Κολέ Σερά Ηθοποι...

Παρουσίαση της Κατερίνας Κετσίδου

 

Όταν ο Γιάννης Ρίτσος αντάμωσε τον Τάσο Λειβαδίτη.

 

Βράδυ Τρίτης της 14ης Νοεμβρίου.

Χρονιά του 2017.

 

Η Δημιουργική Λέσχη Ανάγνωσης,

της ΛΕΣΧΗΣ ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΥ ΦΛΩΡΙΝΑΣ

έχει την τιμή απόψε, να φιλοξενεί

τον Γιάννη Ρίτσο και τον Τάσο Λειβαδίτη.

 

 

Ανέβηκαν ήδη οι δυο τους αθέατοι, την  ξύλινη σκάλα του παλιού ξενοδοχείου, που από αυτήν… –Τι να πρωτοδιορθώσεις; Άλλωστε, που καιρός και λεφτά και διάθεση-  τούτους τους καιρούς...

Ανέβηκαν, δίχως να τρίξει ένα τζάμι ή να ραγίσει κάποιος καθρέφτης. Ανέβηκαν, δίχως την μεταμέλειά τους. Η μεταμέλεια, λένε, φοράει ξυλοπάπουτσα. Ανέβηκαν, κρατώντας ο καθένας από ένα βιβλίο.

Παίρνουνε τις θέσεις τους στο μεγάλο δωμάτιο του παλιού κτηρίου, που… απόψε, αισθάνομαι πως στοιχειώνει. Τα καρφιά ξεκολλάνε, οι σουβάδες πέφτουν αθόρυβα. Και ο ένας κάθεται απέναντι στον άλλον. Τους χωρίζει, το ξύλινο ατέεεελειωτο τραπέζι. Η αίθουσα τόσο άυλη, αισθάνομαι πως πλάτυνε με δίχως όρια.

Ο Ρίτσος, αφήνει πάνω στο τραπέζι το μικρό του βιβλίο. Ρίχνω με δέος μια ματιά και διαβάζω… «Η Σονάτα του Σεληνόφωτος» Κι εκείνη ακριβώς την στιγμή,  από το ανοιχτό παράθυρο, χαμηλόφωνα, ακούω να παίζει ο Μπετόβεν την «Σονάτα του Σεληνόφωτος» μόνο το πρώτο μέρος. Σκιά και φως, ξιφομαχούν πάνω στο πρόσωπό του. Όχι του Μπετόβεν. Για τον Ρίτσο λέω.

Απέναντί του ο Λειβαδίτης, αφήνει πάνω στο τραπέζι, το μικρό του βιβλίο «Μικρό βιβλίο για μεγάλα όνειρα» διαβάζω, με μιαν αντιθετική απορία. Κι εκείνη ακριβώς την στιγμή, από το άλλο ανοιχτό παράθυρο, παίζει χαμηλόφωνα η «Ραμόνα». Φως και σκιά, μελαγχολούν πάνω στο πρόσωπό του. Του Λειβαδίτη.

 Κι εγώ, ανάμεσα στις τρεις άλλες κοινές θνητές, αισθάνομαι σαν να υπάρχω και δεν υπάρχω   μέσα σ’  αυτή την σκηνή.

 

Από τα  δυο παράθυρα, μπαίνει αμείλικτο το σεληνόφως. Μπαίνει και  το φως των αστεριών. Και για μας τις τέσσερεις, δυστυχώς, εισβάλει και το κίτρινο φως από την λάμπα του δρόμου.

***

 

Ο Λειβαδίτης, πρώτος απλώνει το χέρι του και κοιτά κατάματα στις δυο άδειες μαύρες κόγχες, τον Ρίτσο. Δεν απορεί καθόλου για την έλλειψη των βολβών. Κάπου αλλού θα έχουν φυτρώσει. Στην χούφτα του αργοπεθαίνει κομμένο, ένα λουλούδι.

Α. -«Τι είναι μοναξιά;» τον ρωτά. Και τον ακούω αμέσως ν’ απαντά:

«Μοναξιά είναι, να κρατάς στα χέρια σου ένα λουλούδι και να μην έχεις που να το δώσεις.»

 

Ο Ρίτσος, απλώνει το χέρι του και κοιτά κατάματα, στις μαύρες άδειες κόγχες, τον συνομιλητή του. Στην χούφτα του ξεχειλίζουν… 

Α. -«κοράλλια και μαργαριτάρια και ζαφείρια,

μονάχα που δεν ξέρω να τα δώσω- όχι τα δίνω,

μονάχα που δεν ξέρω αν μπορούν να τα πάρουν-πάντως εγώ

τα δίνω.»

 

Ο Λειβαδίτης.

Β.- «Η στάχτη των περασμένων κάθεται πάνω στα έπιπλα θολώνει

τα τζάμια, τους καθρέφτες και πάνω τους

γράφω καμιά φορά, τα ονόματα

εκείνων που έφυγαν.»

 

Ο Ρίτσος.

Β. – Όταν έχει φεγγάρι μεγαλώνουν οι σκιές μες στο σπίτι

Αόρατα χέρια τραβούν τις κουρτίνες,

ένα δάχτυλο αχνό γράφει στη σκόνη του πιάνου

λησμονημένα λόγια δε θέλω να τ’ ακούσω. Σώπα.

 

***

Σκιάζομαι! Μπαίνω κι εγώ, στον κόσμο των παραισθήσεων. Βλέπω το φως και τη σκιά στο πρόσωπό τους, να επιδρούν εφιαλτικά. Η μοναξιά τους είναι διάχυτη. Ο Ρίτσος γυναίκα. Ο Λειβαδίτης άντρας. Και οι δυο τους κουβαλούν τα φαντάσματα του παρελθόντος τους. Αφού κι εγώ τα βλέπω! Όμως…

Μαγεύομαι! Ψηλαφώ μια-μια τις λέξεις τους, με ένα φανάρι του δρόμου.  Φωτίζω πάνω στην έννοια των απωλειών τους. Των ονείρων τους. Των ερώτων τους. Των ματαιώσεών τους. Των φόβων τους για ζωή. Για θάνατο.

***

Η μνήμη ζει μες στις σκιές, λένε. Με το «Σώπα» του Ρίτσου, τραντάζεται απότομα το κεφάλι του. Η ξιφομαχία ανάμεσα στο φως και στην σκιά του προσώπου του, φουντώνει επικίνδυνα. Εφιαλτικά τα ερεθίσματα. Τα βλέπω. Τρέφουν τον φόβο. Κι ο φόβος, ελευθερώνει τα «φαντάσματα» του παρελθόντος του. Το εγώ του Ρίτσου, ολοφάνερα, δε θέλει να τ’ ακούσει. Δε θέλει να θυμηθεί. «Σώπα.» Σταματά αυστηρά την μνήμη του εδώ.  

Γράφει η μνήμη, λένε, και στην στάχτη του Λειβαδίτη. Το βλέπω απόψε. Τρέφεται η μνήμη του, από μοναξιά και μελαγχολία και απογοήτευση και από   ανικανοποίητα πάθη, από ευκαιρίες χαμένες, από μεγάλες ιδέες που γίνανε τότε κομμάτια… αλλά, ακόμα και μέχρι τώρα, κομμάτια δεν γίνονται; Για τις μεγάλες ιδέες λέω.  Με επαναφέρει η φωνή του Λειβαδίτη:

«Αηδίες-ο χρόνος έγινε για να κυλάει.»   Διαφωνεί. Νομίζω πως διαφωνεί με το «σώπα» του Ρίτσου. Από την άλλη, νομίζω πως… λατρεύει να νοσταλγεί, αλλά, και το μισεί ταυτόχρονα. Έχει γράψει πάνω στη «στάχτη» για αξιοπρέπεια, για βαθύ δόσιμο του έρωτα, για απογοήτευση… Παρ’ όλα αυτά, πιστεύει σ’ ένα καλύτερο μέλλον. Ελπίζει γενικά ο Λειβαδίτης και αυτή την στιγμή,  πολλά άστρα  τον ξεπλένουν με το ζεστό τους φως. Κι αυτός, στέκει ασάλευτος. Τα αφήνει να τον ζεστάνουν.

 

 

Ο Λειβαδίτης.

Γ. -Αλήθεια, θα μάθουμε ποτέ ποιοι είμαστε;

Όνειρα, φιλοδοξίες, επιθυμίες, φόβοι

«πρέπει να βρω μιαν απάντηση

αλλιώς είναι σαν να μην έζησα.»

 

Ο Ρίτσος.

Γ. -… που μπορείς επί τέλους να πιστέψεις

Πως υπάρχεις και δεν υπάρχεις

Πως ποτέ δεν υπήρξες, δεν υπήρξε ο χρόνος κι η φθορά του.

Άφησέ με να’ ρθω μαζί σου.

Συνεχίζεται….

 

  

Τρίτη βράδυ και είμαστε στην Δημιουργική Λέσχη Ανάγνωσης.

Συνέχεια από το…

«Όταν ο Γιάννης Ρίτσος αντάμωσε τον Τάσο Λειβαδίτη» στην

ΛΕΣΧΗ ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΥ ΦΛΩΡΙΝΑΣ.

 

Ο Λειβαδίτης.

Δ. -Απ’ όλα μπορείς να σωθείς εκτός από τη νοσταλγία σου για κάτι πολύ μακρινό που δεν το θυμάσαι.

Εξάλλου ο ρόλος μου πάντα ήταν να κρατώ ξύπνιο αυτό το ηλίθιο φάντασμα

μιας παλιάς ευτυχίας.

 

Ο Ρίτσος.   

Δ. -… Και τώρα θυμήθηκα

Πως έτσι μετρούσα τη μουσική σαν πήγαινα στο Ωδείο

Με μπλε ποδιά και άσπρο γιακά, με δυο ξανθές πλεξούδες

κρατημένη απ’ το χέρι μιας μικρής φίλης μου ροδακινιάς

Όλο φως και ροζ λουλούδια…

 

Όλα τα δικά τους αρχίζω να τα κατανοώ και ανακαλύπτω ίχνη δικά μου παλιά, ξεχασμένα. Κάποτε, που ήμουν αθώο παιδί (αθώο γιατί ήμουν ανυποψίαστο)  

 

 

Ο Λειβαδίτης.

Ε.  -Ω ανεκπλήρωτο, που ακόμα κι όταν όλοι μας εγκαταλείπουν

Εσύ αφήνεις έξω από την πόρτα μας

Ένα μικρό γιασεμί.»  

 

(Να η ελπίδα του! Αναφώνησα στο μυαλό μου.) Και ο Λειβαδίτης συνεχίζει…

Όμως, ακόμα δεν μπόρεσα να καταλάβω

Γιατί δεν πραγματοποιούνται τα ανθρώπινα όνειρα.

 

Ο Ρίτσος.

Ε. -Κάποτε υπήρξε νέα στη φωτογραφία…

…και με κλεισμένα τα μάτια να ονειρεύεσαι ό,τι τύχει

-μιαν αμμουδιά στρωτή, νοτισμένη, στιλβωμένη από φεγγάρι,

πιο στιλβωμένη από τα παλιά λουστρίνια μου…

 

Ο Λειβαδίτης.

ΣΤ. -Η μητέρα μου: «γιατί σ’ αρέσει να ταπεινώνεσαι;»

                              «θέλω να καταλάβω, μητέρα.»  

 

Ο Ρίτσος.

ΣΤ. -Το φεγγάρι θα κάνει πάλι χρυσά τα μαλλιά μου. Δε θα καταλάβεις.      

         Διαφωνεί ο Ρίτσος.

 

 

Ο Λειβαδίτης.

Ζ. -«Στεκόμουν στη γωνία, ωραίες γυναίκες περνούσαν, ω Θεέ μου,

πόσο ωραίες, τις παρακάλεσα, τους έταξα λεφτά, μα τώρα γέρασα και αρνούνται…»

 

Ο Ρίτσος.

Ζ. -…δεν έχει σημασία αν φεύγεις ή αν γυρίζεις

Κι ούτε έχει σημασία που άσπρισαν τα μαλλιά μου,

(δεν είναι τούτο η λύπη μου-η λύπη μου

είναι που δεν ασπρίζει και η καρδιά μου.

Άφησέ με να’ ρθω μαζί σου.

Βλέπω τον Λειβαδίτη να σηκώνεται μέσα στην κάμαρα,

την ασβεστωμένη με φεγγαρόφωτο.

Κι εγώ σκέφτομαι… μάλλον θα του κάνει την επιθυμία του.

Αυτό το… «Άφησέ με να’ ρθω μαζί σου» θα τον συγκίνησε.

Είναι παρακλητικό. Είναι συγκλονιστικό.

 

Ο Λειβαδίτης.   (όρθιος)

Η. -Κι όταν δεν πεθαίνει ο ένας για τον άλλον.

      Είμαστε κιόλας νεκροί.

Σηκώνεται και ο Ρίτσος.

Ο Ρίτσος.   (όρθιος)

Το σκελετωμένο δάκτυλο του Ρίτσου, τρίβει τον κρόταφό του. Σκέφτεται και συνεχίζει:

Η. -«…κοιτάζοντας απ’ το παράθυρο το πράσινο φως ενός αθόρυβου τραίνου

Που έρχεται να με πάρει

Με τα μαντίλια μου, τα στραβοπατημένα μου παπούτσια, τη

Μαύρη τσάντα μου, τα ποιήματά μου,

Χωρίς καθόλου βαλίτσες-τι να τις κάνεις;

Άφησέ με να’ ρθω μαζί σου.

 

Ο Λειβαδίτης.

Θ. -Πράγματα ασήμαντα που τα ξεχάσαμε, αλλά θα τα θυμηθούμε κάποτε ένα βράδυ και θα κλάψουμε, ενώ έξω θ’ ακούγεται το σφύριγμα ενός τραίνου για ποια αναχώρηση ή για ποια επιστροφή;

Ζήσαμε πάντα μέσα στ’ όνειρο και δε θα βγούμε παρά μόνο για να πεθάνουμε στην άκρη ενός κόσμου που δεν γνωρίσαμε…

****

Εξακολουθούν να στέκονται όρθιοι, όμοιοι με δυο κολώνες από θαμπό κρύσταλλο. Λουσμένο στο φως της σελήνης, ο Ρίτσος.  Στο φως των αστεριών, ο Λειβαδίτης.

Σηκώνω το κεφάλι μου να  δω μέχρι που φτάνουν.

Θεόρατοι! Έγιναν ένα με το Σεληνόφως. Και με το φως των αστεριών. Και η οροφή δεν υπάρχει!

****

Τελικά, το… «Άφησέ με να ‘ρθω μαζί σου» πραγματοποιήθηκε! Εδώ. Μέσα στο μεγάλο δωμάτιο της Δημιουργικής Λέσχης Ανάγνωσης.

Στέκω κι εγώ, όρθια, ασάλευτη, μια κουκίδα που στηρίζεται στο τραπέζι.

Έμειναν τα δυο βιβλία τους πάνω σ’ αυτό. Κι εμείς, οι θνητές της βραδιάς, να τα κοιτάμε.

Η μια μόνο μπόρεσε να μιλήσει:

«Πολύ τους ευχαριστήθηκα! Δεν γνώριζα όλα αυτά που μας είπαν…!»

 

Κατερίνα Κετσίδου.