Οι ταινίες μας

Η ΜΕΓΑΛΗ ΥΠΟΣΧΕΣΗ (THE PROMISE)
Η ΜΕΓΑΛΗ ΥΠΟΣΧΕΣΗ (THE PROMISE) ΚΥΡΙΑΚΗ 22/10: 17.30 & 20.30 ΔΕΥΤΕΡΑ 23/10: 19.00 & 22.00 ΤΡΙΤΗ 24/10: 21.00 ΓΕΝΙΚΗ ΕΙΣΟΔΟΣ 6 ευρώ ΕΙΔΙΚH ΠΡΟΣΦΟΡA: ΔΕΥΤΕΡΑ ΣΤΙΣ 19.00 ΓΙΑ ΟΛΟΥΣ, ΕΡΧΟΝΤΑΙ ΔΥΟ - ΠΛΗΡΩΝΕΙ ΜΟΝΟ Ο ΕΝΑΣ! Σκηνοθεσία: Τέρι Τζορτζ Πρωτ...

Ομιλία της Άννας Πολατίδου στην παρουσίαση του βιβλίου της Κατερίνας Κετσίδου

Το κορίτσι που χαμογελούσε χελιδόνια
Ο 59ος Πανελλήνιος διαγωνισμός της Γυναικείας Λογοτεχνικής Συντροφιάς, το 2014, έδωσε στην κα. Κατερίνα Κετσίδου το βραβείο συγγραφής παιδικού βιβλίου για το έργο της Το κορίτσι που χαμογελούσε χελιδόνια. Το βιβλίο είναι μια κοινωνική νουβέλα που καταπιάνεται με ένα δύσκολο θέμα, το θέμα του ρατσισμού. Κι ενώ το θέμα από μόνο του προσφέρεται για έτοιμα σχήματα στη διαπραγμάτευση και στην πλοκή του μέσα από τους άξονες του καλού-κακού, δεοντικού- αντιδεοντικού, η συγγραφέας, με ρεαλισμό και αισιοδοξία, επιλέγει έναν πλάγιο τρόπο να μιλήσει για το θέμα της χωρίς να αφαιρεί τίποτε από τον πυρήνα του.
Η ιστορία εκτυλίσσεται σε τρεις ημέρες στη σημερινή Αθήνα. Η υπόθεση είναι απλή: ένας εννιάχρονος μαθητής, ο Πέτρος που είναι μοναχοπαίδι, κατά τη διάρκεια των θερινών διακοπών αποφασίζει να επισκεφθεί το γειτονικό πάρκο για να γνωρίσει και να κάνει φίλους. Εκεί θα συναντήσει έναν αδέσποτο σκύλο και θα γνωρίσει μια αλλοδαπή εντεκάχρονη, τη Μύστρα από το Τζιμπουτί. Οι τρεις τους θα χαρούν το παιχνίδι και τη φιλία τους ώσπου, την τρίτη ημέρα, το κορίτσι θα αντιμετωπίσει την τρομοκρατία τεσσάρων μεγαλύτερων παιδιών που θέλουν να την διώξουν από τη χώρα μαζί με την οικογένειά της.
Ο τριτοπρόσωπος, στην έναρξη της αφήγησης, αφηγητής πολύ σύντομα παραχωρεί τη θέση του στον πρωτοπρόσωπο - ομοδιηγητικό που κυριαρχεί σε όλο το υπόλοιπο έργο. Έτσι ο αναγνώστης παρακολουθεί την αφήγηση από την εσωτερική οπτική γωνία του κεντρικού ήρωα, του Πέτρου και συνεπώς είναι ευκολότερο να ταυτιστεί μαζί του. Το έργο, παρά τον λυρικό τίτλο του, γειώνεται εξαρχής στο ρεαλισμό της αστικής ζωής με ποικίλα υποθέματα και δείκτες. Ο ήρωας έχει βαρεθεί τα ψηφιακά μέσα ψυχαγωγίας, οι πολυάσχολοι όμως γονείς του (μηχανικός και γιατρός), που απουσιάζουν από το σπίτι όλη μέρα, του συνιστούν το διαδίκτυο ή την τηλεόραση προκειμένου να παραμείνει ασφαλής στο σπίτι. Ο Πέτρος ασφυκτιά στα στενά όρια της αυλής. Δυσφορεί με την έλλειψη ενδιαφέροντος των γονιών του να καταλάβουν την επιθυμία του για συντροφιά και παιχνίδι. Ονειρεύεται την απόδραση στο γειτονικό πάρκο και την αναζήτηση φίλων ως απόδειξη της αυτονομίας του και του αισθήματος ότι μεγάλωσε. Μοναδικό συμπαραστάτη ενάντια στους φόβους του να βγει στο άγνωστο περιβάλλον έχει τα λόγια του νεκρού παππού του και την μισάνοιχτη πόρτα του κήπου, που του «χαμογελά».
Το πρακτικό εμπόδιο που πρέπει να αντιμετωπίσει για να εκπληρώσει την επιθυμία του είναι η επιτήρηση της οικιακής βοηθού, της παραμάνας του κας Πανδώρας. Ο καλοδουλεμένος χαρακτήρας, της αλλοδαπής γυναίκας, αποτελεί έναν από τους βασικότερους χαρακτήρες του βιβλίου που δίνεται με ενάργεια, φαντασία και χιούμορ. Η λαϊκή γυναίκα μοιράζει λιχουδιές και χάδια, μαλώνει, παρηγορεί, κι όλα αυτά με τον δικό της ξεχωριστό τρόπο. Η κα Πανδώρα ως alteregoμιας ιδανικής μητρικής μορφής μπορεί να αφουγκράζεται τις ανάγκες και τα ενδιαφέροντα του παιδιού, αλλά και να εκφράζει τις σκέψεις της με ..… στιχάκια, που κρατά φυλαγμένα στη χοντρή της κοιλιά.
Στη διαδρομή προς το πάρκο ένα μικρό ατύχημα προετοιμάζει αφηγηματικά τη συνάντηση και τη γνωριμία του Πέτρου με την Μύστρα. Ταπεινωμένος από το ατύχημα ο ήρωας,  ανήμπορος, βλέπει ξαφνικά ένα κορίτσι να τον κοιτά και να παίρνει την πρωτοβουλία να τον πλησιάσει. Η περιγραφή του «διαφορετικού», του «άλλου» γίνεται χωρίς τυποποιημένες εκφράσεις- κλισέ για την ομορφιά της κοπέλας. Χωρίς καταγραφή συναισθημάτων και αντιδράσεων με λόγο που δήθεν προσομοιάζει σε παιδί. Η εξωτερική περιγραφή δίνεται με λόγο κοφτό και λιτό, σχεδόν κινηματογραφικά μέσα από το βλέμμα του παιδιού, με λιγοστά επίθετα και παρομοιώσεις για τα στοιχεία του προσώπου που τραβούν την προσοχή του, τα μάτια και τα χείλη. Η νεαρή αφρικανή είναι απλώς διαφορετική από τις συμμαθήτριες και την ξαδέλφη του τη Μαργαρίτα. 
Η απόλαυση της συντροφικότητας και η αξία της φιλίας δημιουργούν ευγενικά συναισθήματα στα δυο παιδιά. Ένα φιλί ευγνωμοσύνης και διάθεση προσφοράς δώρων. Ο πολυπόθητος σκύλος θα γίνει κινούμενο δώρο στην ακριβή φίλη και μάλιστα με φιόγκο. Το κυριότερο όμως, η επιθυμία να γνωρίσεις καλύτερα τον κόσμο του «ξένου»: Πώς είναι τα σκυλίσια ονόματα στο Τσιμπουτί; Πώς είναι τα σπίτια εκεί; Οι χοροί τους; Τι λένε τα τραγούδια τους; Ευτυχώς για τον Πέτρο υπάρχει το διαδίκτυο να βοηθήσει.
Η αφηγηματική πλοκή κορυφώνεται στη σκηνή της καταδίωξης του κοριτσιού στο πάρκο. Ο ήρωας, έχοντας τη νοερή συγκατάθεση του παππού του και τη βοήθεια του σκύλου, βοηθάει τη φίλη του και αποτρέπει τα σχέδια των άλλων παιδιών. Το κορίτσι από το Τσιμπουτί  θα ξεφύγει αλλά δεν θα εμφανιστεί πια στο πάρκο. Ο Πέτρος απελπισμένος νοσταλγεί το παιχνίδι τους και φοβάται ότι η φίλη του θα τον ξεχάσει γιατί δεν της έχει χαρίσει τίποτε.
Σε όλα του τα υποθέματα το βιβλίο προβάλλει υγιή πρότυπα η συναρμογή των οποίων εκβάλλει εν τέλει στην παραδοχή της αξίας της φιλίας και της αγάπης.
Τα θετικά πρότυπα αγωγής και συμπεριφοράς δίνονται με φυσικότητα και χωρίς διδακτισμό. Το παιδί λέει την αλήθεια και δεν κρύβεται από τους γονείς του. Νοσταλγεί τον παππού του και τις κουβέντες τους, σέβεται την ιδιόρρυθμη οικιακή βοηθό και την εμπιστεύεται, αγαπά τη φύση και τα ζώα. Οι γονείς παρόλο που δεν αφιερώνουν πολύ χρόνο στο παιδί, το συμβουλεύουν και το επιβραβεύουν, δεν δημιουργούν αισθήματα φόβου και υποτίμησης για τους αλλοδαπούς ούτε για το άλλο φύλο. Το ρατσιστικό κοινωνικό πρόβλημα θίγεται αλλά προσλαμβάνεται ως προσωπική δοκιμασία και απώλεια για το παιδί.  Η συγγραφέας χαλιναγωγεί την ενήλικη αφηγηματική οπτική για να μην δώσει ένα κείμενο απλοϊκό και προστατευτικό. Η χρήση του μονολόγου, η εσωτερική οπτική του αφηγητή Πέτρου όπως και οι ευθείες διαλογικές πράξεις των προσώπων δίνουν την εντύπωση ότι ο έλεγχος που ασκεί ο συγγραφέας στον αναγνώστη είναι περιορισμένος. Ο σεβασμός προς τα δικαιώματα του παιδιού-αναγνώστη φαίνεται  ακόμη και στη σχέση εικόνας και κειμένου. Οι, σαν από παιδί ζωγραφισμένες, εικόνες του βιβλίου αντανακλούν το κείμενο, ενώ δυο από αυτές ευφάνταστα προτείνουν ένα δικό τους βάθος αναφοράς.
Η κατάληξη της ιστορίας στην οποία δίνεται μια λύση και αποκαθίσταται η ομαλότητα δίνει πάντα μια αίσθηση ασφάλειας στους αναγνώστες ενός είδους κειμένων[1]. Εδώ η συγγραφέας δεν συμμορφώνεται με αυτό το μοντέλο. Ο ήρωας γυρίζει σπίτι του και επαινείται για την αυτοθυσία του, όμως τα στοιχεία του οριστικού τέλους απουσιάζουν. Η ιστορία κλείνει, ανοίγοντας ταυτόχρονα σε διαδοχικές εξελίξεις. Όπως και στη ζωή, ένα μέρος του προβλήματος αντιμετωπίζεται και ένα άλλο μένει ανοιχτό. Γεμάτο ερωτήματα και προσδοκίες.
 
Το θαλασσινό αεράκι που φυσάει από το Τζιμπουτί και φτάνει στην Αθήνα μας δροσίζει και μας συναρπάζει. Πάνω σε ένα βιβλίο-καράβι η Κ.Κετσίδου μας δείχνει με τα κιάλια τους κακούς πειρατές και μας κερνά νόστιμα φρούτα. Καλό ταξίδι αναγνώστη, καλοτάξιδη κι εσύ Κατερίνα!


[1] Πίτερ Χαντ, Κριτική, Θεωρία και Παιδική Λογοτεχνία, μτφ.Ε.Σακελλαριάδου-Μ.Κανατσούλη, Πατάκης, Αθήνα 2001, σ.175