Οι ταινίες μας

"Ράλφ Εναντίον Ίντερνετ" και "Ψυχρή Καταδίωξη"
Οι προβολές μας συνεχίζονται με την ταινία "Ράλφ Εναντίον Ίντερνετ" για τους μικρούς μας φίλους και την περιπέτεια δράσης "Ψυχρή Καταδίωξη" !   Ράλφ Εναντίον Ίντερνετ (Ralph Breaks the Internet)   ΜΕΤΑΓΛΩΤΤΙΣΜΕΝΟ ΠΑΡΑ...

Σημαδεμένα Χρόνια

ΣΗΜΑΔΕΜΕΝΑ ΧΡΟΝΙΑ.
 
 
Ήταν, λίγο πιο πάνω από το σπίτι μας, ένα όμορφο τούρκικο κτίσμα, το σπίτι του κυρ Θεοφάνη. Το πίσω μέρος του σπιτιού, νόμιζες πως ήταν χωμένο μέσα στο βουνό, καθώς οι καστανιές το μισοσκέπαζαν.
Παρατηρώντας, από το παράθυρό μου, τη γειτονιά, αναρωτιόμουν, πως, ζώντας εκεί, δε θα γινόσουν ρομαντικός, επαναστάτης, υπερασπιστής ιδεών, του δικαίου και της αλλαγής του κόσμου.
Πως θα μπόραγες άραγε ν’ αντισταθείς; Ήταν η εποχή της αντίστασης. Αντίσταση στο Γερμανό καταχτητή, στο φασισμό, στο δοσιλογισμό και στην αδικία.
Χρόνια του αντάρτικου.
Σούρχονταν ν’ αρπάξεις το όπλο, να πάρεις τα βουνά, να δώσεις μια κι ως δια μαγείας, να τ’ αναποδογυρίσεις όλα.
Έτσι κι ο Θανάσης, ο γιός του κυρ Θεοφάνη, δεκαεξάχρονος τότε, πήρε φωτιά. Δεν τον κρατούσε τίποτε.
Αυτά που άκουγε –το δίκαιο του λαού- κι αυτά που ζούσε, βλέποντας τους Ναζί -κατά-κτητές, την πίεση, την πείνα και την αδικία, του πυρπόλησαν την καρδιά. Μια νύχτα δίχως φεγγάρι, χώθηκε στο βουνό, πίσω από το σπίτι του κι ενσωματώθηκε στο αντάρτικο κίνημα.
Οι γονείς του τον είχαν έναν. Ο πατέρας του μπαλωματής, η μάνα του στο σπίτι, νοικοκυρά, μ’ ένα χιούμορ ανεξάντλητο. Τη θυμάμαι, τ’ απογεύματα, που μαζεύονταν στο πεζούλι, δίπλα στη βρυσούλα της γειτονιάς, να λέει, να λέει αστεία και να γελά βροντερά. Εμένα τότε μούκανε εντύπωση αυτό το γέλιο. Έβλεπα, ότι ήταν λίγοι αυτοί που γέλαγαν. Βιοπορεύονταν όλοι δύσκολα. Μετά θα σκεφτόμουν, πόσο αυτή η αισιόδοξη στάση της, στις τόσες τους ανημπόριες, θα της γύριζε σα σφαίρα στην καρδιά. Ο γιός της αποδείχθηκε άξιος αντάρτης. Βούτηξε όχι μόνο στον ένοπλο αγώνα, αλλά και στον αγώνα της μύησης στα ιδανικά της ισότητας.
Όλοι τον θαύμαζαν. Του το αναγνώριζαν. Δούλεψε με το μυαλό του, αφοσιώθηκε με την καρδιά του.
Μετά το αντάρτικο και τον εμφύλιο κι αφού βγήκε σώος, νόμισε πως οι ιδέες του, τα πιστεύω του και τα θέλω του, θάμεναν αλώβητα και με λάβαρο αυτά, όπως άλλαξε τον εαυτό του, θάλαζε και τη μικροκοινωνία του γύρω. Όμως, όχι.
Τότε άρχισε ο Γολγοθάς του. Δακτυλοδεικτούμενος αριστερός. Άρχισαν να τον στέλνουν παραθέριση στα ξερονήσια.
Εκείνο όμως που τον σημάδεψε και διέλυσε την οικογένειά του, δεν ήταν ο πόλεμος, αλλά αυτά που θα τράβαγε στην τοπική μας ασφάλεια.
Ξημερώματα ήταν που έβαλαν τις μοτοσικλέτες να δουλεύουν στο φουλ. Αυτό συνηθίζονταν, τα πέτρινα εκείνα χρόνια, όταν αναλάμβαναν την «εξαίσια» δουλειά τους, «οι άνθρωποι» της ασφάλειας.
Έσυραν, στην κυριολεξία, το Θανάση. Τα πόδια του, τα χέρια του, τα μέλη του όλα μελανιασμένα από το ξύλο, τον πονούσαν αφόρητα. Τάνοιωθε αγκυλωμένα, κλειδωμένα, ανίκανα. Τόση κακία, τόση εκδίκηση. Αδυνατούσε να το χωνέψει. Ανέλυε τις σκέψεις του, τις πράξεις του. Τάβλεπε δίχως ξόμπλια. Τάνοιωθε σωστά-δίκαια.
 
 
Αγριοφωνάρες διαπέρασαν τα αυτιά του.
-Υπέγραψε Ρεεεε…να τελειώνουμε.
Να υπογράψει τι; Μα τι τούλεγαν; Αδύνατον να μιλήσει. Η γλώσσα πρησμένη. Αυτόν το εαυτό του δεν τον θεωρούσε ενταγμένο σε κομματικές συμπληγάδες. Δε γούσταρε να είναι πειθήνιο όργανο κανενός. Έβαλε το δίκιο πάνω απ’ όλα και τόνοιωθε να τον κατακλύζει ολάκερο και ν’ αγκαλιάζει όλους τους ανθρώπους.
Ναι, αριστερός ήταν.
Αντιφασίστας, ως το μεδούλι.
Αναρωτιόταν όμως, αν θα μπόραγε νάκανε στους φασίστες, αυτά που τούκαναν.
Η απάντηση που τούβγαινε ήταν –όχι.
Άλλο, έλεγε, πόλεμος κι άλλο να βασανίζεις, να εξαθλιώνεις και να εξαφανίζεις τον συνάνθρωπο για το τι πιστεύει ή για το τι είναι και από πού κρατάει η σκούφια του.
Οι πόνοι αφόρητοι, τον έκαναν να παρακαλάει έναν θεό να τον γλυτώσει.
Απλά, δεν ήξερε, αυτό που μετέπειτα έγραψε ο Ιταλοεβραίος Πρίμο Λέβι, ότι αφού υπήρξε το Αουσβιτς μήπως δεν υπάρχει θεός.
Τον κρέμασαν ανάποδα από ‘να τσιγκέλι. Κουρέλι από ύφασμα ξεφτισμένο. Άνοιξαν τις πατούσες του μ’ ένα σουγιά κι έριξαν μπόλικο χοντρό αλάτι. Λιποθύμησε.
Κάτι παγωμένο χύθηκε πάνω του κι άνοιξε τα μάτια. Θολά, αντίκρισε ένα πρόσωπο. Αγαπημένο του, της μάνας του.
Έχω παραισθήσεις, σκέφτηκε. Όμως όχι. Δυστυχώς.
Την ειδοποίησαν, πως σαν ήθελε να τον δει, να κοπιάσει.
Έκλεισε τα μάτια. Όχι αυτό ευχήθηκε.
Αφόρητη πίεση στην ψυχή του.
Ας πέθαινε. Φτάνουν οι πληγές που της χάρισε. Σαν συνήλθε για τα καλά, δεν την αντίκρισε. Μέσα στην απομόνωσή του, μετά δύο εβδομάδες, έμαθε πως πέθανε.
Αυτή ήταν και η τελευταία φορά που την είδε. Κατάλαβε πως δεν άντεξε στο αντίκρισμα των βασανιστηρίων του.
Αυτή η τόσο χαρωπή γυναίκα που γέλαγε και τον έκανε να υπερίπταται. Τραντάχτηκε η ψυχή του, τα πιστεύω του άρχισαν να κάνουν τραμπάλα. Εδώ να πέσουν, εκεί να σταθούν. Έχασε την πιο γλυκιά πηγή της ζωής του. Άξιζε άραγε όλα αυτά που πέρασε πολεμώντας το φασισμό;
Το σαράκι της αμφιταλάντευσης τον σιγόκαιγε. Μια σπίθα όμως, τον απαντούσε, ναι.
Γιατί σκεφτόταν, αν ο καθένας δεν αντισταθεί, πως ο κόσμος θα γίνει καλύτερος;
Θα μπορούσε ένας άνθρωπος με κοινή λογική και ισορροπημένες τις χορδές της ψυχής του να μην αντισταθεί;
Όταν αργότερα βγήκε, πορεύτηκε με τα ίδια πιστεύω κι όνειρα.
Ίσως, έλεγε, μ’ αυτά που ο καθείς έδωσε ενάντια στο φασισμό να μην ξαναυπάρξει Αουσβιτς και τιμωρίες βασανιστηρίων.
Πέθανε με την ευχή, να μην στεριώσει ποτέ και πουθενά ο Ναζισμός.
 
 
ΓαλάτειαΓρατσουνίδου.